Βήμα στην επικοινωνία
  • EL
  • EN
  • FR
  • IT
  • ES

Ιστορικές Πληροφορίες για τη Διερμηνεία

Στην αυγή του δεκάτου εβδόμου αιώνα, η Γαλλία αποφασίζει να κάνει εκ νέου αισθητή την παρουσία της στη Βόρεια Αμερική έπειτα από πολυετή απουσία. Στις πρώτες επαφές με τους ιθαγενείς διαπιστώνονται τα πρώτα εμπόδια τα οποία είναι γεωγραφικής, πολιτισμικής, εμπορικής και κυρίως γλωσσικής φύσεως. Ενώπιον ενός μεγάλου αριθμού λαών που κατοικούσαν σε μία αχανή έκταση, γίνεται αντιληπτή η αναγκαιότητα των διερμηνέων.

Οι Γάλλοι θέλοντας να φτιάξουν έναν εμπορικό άξονα στη Νέα Γαλλία, σχεδίαζαν την τοποθέτηση διερμηνέων στις τοπικές φυλές και τους ανέθεταν το καθήκον της σύσφιξης των σχέσεών τους με τους ιθαγενείς καθώς και της ανάπτυξης εμπορικών σχέσεων. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι πρώτοι διερμηνείς – μόνιμοι κάτοικοι οι οποίοι έπρεπε να έχουν την τέχνη της πειθούς αλλά και να ξέρουν να ελίσσονται σε δύσκολες καταστάσεις.

Η παρουσία των γάλλων διερμηνέων προέκυψε από την ανάγκη να κατανικηθεί οποιοδήποτε γλωσσικό εμπόδιο, αλλά κυρίως από τις εμπορικές επιταγές της εποχής στο πλαίσιο μιας γενικότερης οικονομικής στρατηγικής. Πέρα από το επικοινωνιακό μονοπώλιο, οι διερμηνείς εκείνου του καιρού είχαν την αποκλειστικότητα και στις εμπορικές και πολιτικές σχέσεις με τους λαούς της συμμαχίας. Οι ίδιοι αποτέλεσαν μία τάξη η οποία είχε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο  την εποχή εκείνη, ενώ οι διερμηνείς ήταν πολύγλωσσοι και μπορούσαν να ασκούν το επάγγελμα του εμπόρου, του διπλωμάτη, του ξεναγού ή του εξερευνητή. Στο Μόντρεαλ, τα δικαστήρια χρειάζονταν συχνά τις υπηρεσίες των διερμηνέων, όπως άλλωστε συμβαίνει και στις μέρες μας. Υπήρχαν τότε στην εν λόγω πόλη διερμηνείς για όλες τις ινδιάνικες διαλέκτους και άλλοι για την αγγλική και την ολλανδική, τις δύο γλώσσες δηλαδή των εμπόρων των αποικιών του νότου.

Αργότερα, δημιουργήθηκε και μία άλλη κατηγορία διερμηνέων, οι στρατιωτικοί διερμηνείς. Επρόκειτο για άτομα τα οποία αποτελούσαν τμήμα του τακτικού στρατού  και είχαν ως κύριο καθήκον τους τη διευκόλυνση της επικοινωνίας του στρατού με τους ιθαγενείς.

Εξαιρετικά σημαντική και αναγνωρισμένη από την Ιστορία ήταν η προσφορά των διερμηνέων κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι οποίοι ονομάζονταν δραγουμάνοι. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατείχαν οι έλληνες δραγουμάνοι οι οποίοι ήταν Φαναριώτες, δηλαδή κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης.

Υπήρχαν σπουδαία αξιώματα τα οποία απένειμε η Υψηλή Πύλη όπως για παράδειγμα αυτό του μεγάλου διερμηνέως ή του ειδικού διερμηνέως του στόλου, το οποίο εξαρτάτο από το πρώτο. Κατά τον δέκατο έβδομο αιώνα πολλοί ήταν οι επιφανείς δραγουμάνοι ελληνικής καταγωγής όπως ο Παναγιώτης ο Νικούσιος και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αλλά και οι κατοπινοί Γρηγόριος Γκίκας και Νικόλαος Σούτσος.

Ο  Παναγιώτης ο Νικούσιος γεννήθηκε το 1613 στην Κωνσταντινούπολη όπου έμαθε, εκτός της ελληνικής, την αραβική, την περσική και την τουρκική και αργότερα μετά την παραμονή του στη Δύση έμαθε τη λατινική και την ιταλική. Μετά από την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη ανέλαβε τα καθήκοντα διερμηνέα της πρεσβείας του αυτοκράτορα των Γερμανών, κατόπιν και άλλων ευρωπαϊκών πρεσβειών και τελικά και του διερμηνέα της Υψηλής Πύλης. Αργότερα ο ίδιος επέλεξε να αφιερωθεί στην αποκλειστική υπηρεσία της Πύλης.

Η εκτίμηση που έτρεφαν οι Οθωμανοί για το πρόσωπό του τον καθιστούσαν για τον βεζίρη έναν άλλο Οδυσσέα, δηλαδή ένα πολυμήχανο άνδρα ο οποίος δεν εγκατέλειπε τη μάχη με τις πρώτες δυσκολίες. Επιπλέον, χαρακτηριστική της ελευθερίας λόγου που απολάμβανε ο Νικούσιος είναι η συζήτηση που είχε με τον Βανή εφέντη περί της ορθής πίστης των Χριστιανών.

Σε ένα σημείο της πολύ ζωηρής αυτής συζήτησης, ο Νικούσιος ρωτά τον Βανή εφέντη γιατί κατά τη γνώμη του ο Μωυσής ο οποίος προανήγγειλε την έλευση του Χριστού δεν ανέφερε τίποτα για τον Μωάμεθ έτσι ώστε να πιστέψουν οι Χριστιανοί και σε αυτόν, ενώ ο Βανή εφέντης αντέτεινε ότι επρόκειτο για ένα μυστήριο το οποίο ο Θεός επεφύλαξε για την τιμωρία και τον όλεθρο των Χριστιανών. Ο διερμηνέας τότε απάντησε ρωτώντας τον συνομιλητή του εάν πίστευε ότι ο Θεός έστειλε τον Ιησού Χριστό για να αφανίσει όλους τους πιστούς αν και το Κοράνι αναγνωρίζει ότι ο Χριστός εστάλη από τον Θεό. Ο Βανή εφέντης συνέχισε λέγοντας ότι ο Θεός είναι παντοδύναμος και οι άνθρωποι είναι απλώς ένα άθυρμα στα χέρια Του.

Εδώ ξεκινά το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της συνομιλίας. Ο Νικούσιος απαντά ότι οι Χριστιανοί ομολογούν την παντοδυναμία του Θεού, αλλά πιστεύουν στον Ιησού Χριστό διότι ο ερχομός Του είχε προαναγγελθεί πολύ νωρίτερα από τους προφήτες και διότι όλα όσα είπαν εκείνοι σχετικά με τη ζωή, τον θάνατο και την ανάστασή Του πραγματοποιήθηκαν επακριβώς. Επιμένοντας ο Βανή εφέντης του απευθύνει το ερώτημα σχετικά με το πώς μπορεί, αν και προσκολλημένος στον Ιησού και στα θαύματά Του, να μην παραδέχεται τον Μωάμεθ ο οποίος ήρθε να συμπληρώσει τον νόμο και τα έργα του οποίου είναι ενδοξότερα από τα έργα του Ιησού. Ο δραγουμάνος τού αντιτείνει ότι ο Μωάμεθ δεν ανέστησε νεκρούς, δεν θεράπευσε τυφλούς ή παράλυτους και δεν έκανε κανένα θαύμα παρόμοιο με τα θαύματα του Χριστού. Συνεχίζοντας, ο Βανή εφέντης λέει ότι και ο Μωάμεθ έκανε θαυμαστά έργα για να απαντήσει ο Νικούσιος ότι ο Χριστός προφήτεψε πως θα έρχονταν πολλοί ψευδοπροφήτες μετά από τον ίδιο οι οποίοι θα ισχυρίζονταν ότι μπορούν να κάνουν θαύματα. Όμως οι Χριστιανοί δεν θα έπρεπε να πιστέψουν κανέναν, ακόμα και αν είχε αγγελικό πρόσωπο.

Σε αυτό το σημείο, λόγω της ρητορικής δεινότητας και των έξυπνων επιχειρημάτων τού δραγουμάνου, διακόπτεται η κουβέντα ενώ του αναγνωρίζεται ότι εκείνος θα μπορούσε να πιστεύει σε όποια θρησκεία επιθυμούσε. Μέσα από αυτή τη συζήτηση μπόρεσαν όλοι να θαυμάσουν την τόλμη αλλά και την ευφυία του Παναγιώτη του Νικούσιου ο οποίος μπόρεσε να αντεπεξέλθει σε μία τόσο δύσκολη συζήτηση και τα κατάφερε περίφημα απέναντι σε ένα σκληρό αντίπαλο. Επιπροσθέτως, καθοριστική ήταν η συνεισφορά του στην άλωση της Κρήτης από τους Οθωμανούς μέσω τεχνάσματος που μηχανεύτηκε ο ίδιος, ενώ συνέβαλε τα μέγιστα στο δικαίωμα των Ορθοδόξων επί του Παναγίου Τάφου.

Ο μέγας βεζίρης επέτρεψε την ταφή της σορού του Νικούσιου στην Κωνσταντινούπολη με τις μέγιστες δυνατές τιμές παρά το ότι δεν είχε ασπαστεί τον Μωάμεθ. Σύμφωνα με τον ιστοριογράφο Χάμμερ, εάν οι Έλληνες είχαν αποκτήσει κάποια επιρροή στην Υψηλή Πύλη την όφειλαν σε αυτόν τον εξαίρετο δραγουμάνο.

Ο βίος του Νικούσιου μάς διδάσκει πως οι Οθωμανοί επεδείκνυαν αρκετή ανοχή απέναντι στους διερμηνείς της εποχής αλλά και ότι η Υψηλή Πύλη ήξερε να σέβεται και να εκτιμά τις υπηρεσίες τους. Επιπλέον, μας μαθαίνει ότι οι δραγουμάνοι μπορούσαν να καθορίσουν τις πολιτικές επιλογές μιας αυτοκρατορίας, να προασπίσουν τα συμφέροντά της και να εργαστούν με ζήλο για την επίτευξή τους.

Αξίζει να αναφερθούμε στους Βρετανούς δραγουμάνους στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι ήταν απαραίτητοι για την βρετανική πρεσβεία. Ο λόγος ήταν ότι είτε κανένας πρέσβης δεν μιλούσε την τουρκική, είτε η διαπραγμάτευση με τους Οθωμανούς δεν θεωρείτο εύκολη υπόθεση. Οι Άγγλοι δραγουμάνοι έπρεπε να γνωρίζουν την τουρκική στην εντέλεια και δινόταν ιδιαίτερη σημασία στην εκμάθησή της από μικρή ηλικία.

Η Υψηλή Πύλη κατόπιν κατανόησε τη σπουδαιότητα των διερμηνέων και έτσι, τον δέκατο έβδομο αιώνα, ξεκίνησε την πρώτη θεσμοθετημένη προσπάθεια στην Ευρώπη για την εκπαίδευση διερμηνέων. Η Γαλλία κατέληξε σε συμφωνία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία σχετικά με τη δημιουργία μιας σχολής διερμηνείας στην Κωνσταντινούπολη.

Ο εν λόγω φορέας έγινε γνωστός ως Σχολή του Πέρα και βρισκόταν υπό τη διεύθυνση Καπουτσίνων μοναχών οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη. Οι μαθητές τους έφταναν από τη Γαλλία στην ηλικία των εννέα ή δέκα ετών και σπούδαζαν τουρκικά για τρία χρόνια πριν να αναγορευτούν σε dil oglani, το οποίο κυριολεκτικά σημαίνει «τα παιδιά της γλώσσας». Στην Ευρώπη ήταν περισσότερο γνωστοί ως «δραγουμάνοι».