Βήμα στην επικοινωνία
  • EL
  • EN
  • FR
  • IT
  • ES

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Η προσπάθεια να μετατραπεί η μετάφραση σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα εμφανίστηκε αρχικά με την σύνταξη δίγλωσσων καταλόγων λέξεων, καθώς επίσης και δίγλωσσων ή και πολύγλωσσων γλωσσαρίων. Σχετικές μαρτυρίες μάς προσφέρουν κάποιες πήλινες πινακίδες που βρέθηκαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, και οι οποίες μας δίνουν μια εικόνα του πολιτισμού που αναπτύχθηκε εκεί κατά την αρχαιότητα.

Τις πρώτες, όμως, συστηματικές σκέψεις σχετικά με την τέχνη και το επάγγελμα του μεταφραστή τις συναντάμε στη Ρώμη. Εκεί η λογοτεχνία γεννήθηκε αν όχι ακριβώς από τη μετάφραση, τουλάχιστον από τις διασκευές, ξεκινώντας από τον Λίβιο Ανδρόνικο, τον Έννιο Κόιντο, τον Ναίβιο, μέχρι τον Πλαύτο και τον Τερέντιο. Στη Ρώμη, μάλιστα, έλαβε χώρα η πρώτη δημόσια διάσκεψη σχετικά με τη μετάφραση. Το 146 π.Χ. η Ρωμαϊκή Σύγκλητος παρήγγειλε τη μετάφραση της Πραγματείας περί Γεωργίας του Μάγωνα του Καρχηδόνιου.

Από τον 1ο π.Χ. αιώνα ο Κικέρωνας σχολιάζοντας την δική του μετάφραση των Λόγων του Δημοσθένη και του Αισχύνη, έθεσε στην πραγματικότητα το μέγα θεωρητικό πρόβλημα που θα κυριαρχήσει στη μετάφραση για τις επόμενες δυο χιλιετίες. Αν, εν ολίγοις, πρέπει να παραμένουμε πιστοί στις λέξεις του κειμένου (κατά λέξη μετάφραση) ή στο νόημα του κειμένου (ελεύθερη ή λογοτεχνική μετάφραση, διασκευή, ή στην «ωραία άπιστη»). Η λύση του Κικέρωνα συνιστά ήδη την θεμελιώδη επιλογή: «Εγώ τους απέδωσα (Τους Λόγους) όχι ως απλός μεταφραστής (ut interpres), αλλά ως συγγραφέας (sed ut orator), σεβόμενος τις προτάσεις, με τη μορφή των λέξεων ή των σκέψεων, και χρησιμοποιώντας εν ολίγοις όρους που ταίριαζαν στα δικά μας λατινικά ήθη. Δεν θεώρησα σκόπιμο να αποδώσω τη κάθε λέξη με κάποια άλλη λέξη (verbo verbum reddere). Ωστόσο, διατήρησα άθικτο το ουσιαστικό νόημα και την αξία όλων των λέξεων. Κατά την άποψή μου, αυτό που θα έπρεπε να ενδιαφέρει τον αναγνώστη δεν είναι ο ίδιος αριθμός λέξεων, αλλά το ειδικό τους βάρος (non enim enumerare, sed tamquam adpendere). Τούτες οι φράσεις, παρόλο που αναφέρονται αρκετά συχνά, το αξίζουν στ’ αλήθεια. Συνιστούν μια σαφή διατύπωση και μια εξίσου σαφή λύση, οι οποίες διατηρούνται ακόμη και σήμερα μετά από δυο ολόκληρες χιλιετίες.

Μισό αιώνα μετά τον Κικέρωνα, ο Οράτιος ανανεώνει και επιβεβαιώνει την ίδια βασική αρχή στην Επιστολή προς Πίσωνα, αλλά αυτή τη φορά, στην πραγματικότητα, για να ορίσει την λογοτεχνική διασκευή παρά τη μετάφραση. Ο ορισμός του αυτός άντεξε στη φθορά των αιώνων (Nec verbum verbo curabis reddere fidus interpres).

Πολύ νωρίτερα, όμως, από τον Οράτιο και τον Κικέρωνα, η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης των Εβδομήκοντα, τον τρίτο αιώνα π.Χ., επί Αυτοκράτορος Πτολεμαίου Φιλάδελφου, υπήρξε ένα δύσκολο εγχείρημα. Δυστυχώς, ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε γι’ αυτήν, εκτός από κάποια σχόλια του Αγίου Ιερώνυμου, μερικούς αιώνες αργότερα, από την αλληλογραφία του με τον Άγιο Αυγουστίνο.

Κατά την χριστιανική εποχή, κάποιος φίλος και σύγχρονος του Αγίου Ιερωνύμου, μεταφραστής και ο ίδιος του Βίου του Αγίου Αντωνίου, ο Ευάγριος, θέτει στο επίκεντρο του προλόγου του μια βασική αρχή, η οποία αποδεικνύει το πόσο διαδεδομένη πλέον ήταν η κρίση του Κικέρωνα: «Αν η μετάφραση από μια γλώσσα σε κάποια άλλη γίνει κατά λέξη, αποκρύπτει το νόημα του κειμένου. Τίποτε δεν πρέπει να λείπει από το νόημα, αν κάτι λείπει από τις λέξεις». Ο ίδιος όμως, ο Άγιος Ιερώνυμος, στο τέλος εκείνης της περιόδου, θα εκπονήσει μια πλήρη, οργανική και θεωρητική πραγματεία περί μετάφρασης, την «De optimo genere interpretandi». Πρόκειται για μια μακροσκελή επιστολή είκοσι σελίδων, προς τον Όσιο Παμμάχιο, στην οποία και περιγράφει την πλούσια στοχαστική του εμπειρία σχετικά με τις θέσεις του Κικέρωνα για τη μετάφραση. Το κείμενο αυτό, που διαβάζεται με ενδιαφέρον ακόμη και στις μέρες μας, χάρισε στον Άγιο Ιερώνυμο τον τίτλο του Προστάτη των μεταφραστών, τίτλο που του έδωσε ο Βαλερύ Λαρμπώ. Η σκέψη του Κικέρωνα συμπυκνώνεται σε αυτή την επιστολή, σε μια διατύπωση που αναφέρεται πάντα και παραμένει έγκυρη διαρκώς: «Non verbum de verbo, sed sensum exprimere de sensu».        

Η σύγχρονη γλωσσολογία περιέπλεξε απλώς το πρόβλημα θέτοντας το ερώτημα παγίδα: «τι εστί νόημα;».

 

Η ομάδα τής Podium